Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

«Ουδείς πολίτης δύναται να ευτυχεί, όταν η πόλις δυστυχεί»

Του Στάθη Σταυρόπουλου
Τώρα μιλούν για τον ελληνικό λαό οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί που του συμπαρίστανται με τρόπον που, αν τολμούσε κάποιος Ελληνας να μιλήσει, πολίτης, πολιτικός, διανοούμενος, καλλιτέχνης ή δημοσιογράφος, τα αμόρφωτα μπροστοκρίαρα του «εκσυγχρονισμού», αλλά κι αρκετές κρατικοδίαιτες μιμόζες της ευρωλιγούρικης Αριστεράς, θα του κρέμαγαν τα κουδούνια του γραφικού, του ελληνάρα και του εθνικιστή.
Χρόνια τώρα, ένα εκ πρώτης όψεως ετερόκλητο αλλά στην πραγματικότητα σοφά παρασκευασμένο αμάλγαμα διαμορφωτών της κοινής γνώμης υπέσκαψε τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια των πολιτών, υπονόμευσε την αυτογνωσία μας και χλεύασε τον λαϊκό πολιτισμό καθώς και την παράδοσή μας. Ολα όσα μπορούσαν να στηρίξουν τον λαό βρέθηκαν στο στόχαστρο ομάδων που ξεκινούσαν απ’ τη νεοφιλελεύθερη όχθη κι έφθασαν έως την (όχι και τόσον) απέναντι όχθη μιας Αριστεράς που στην πραγματικότητα ήταν ΠΑΣΟΚ, αλλά καθόλου τρέντυ να το ομολογεί.

Αντιθέτως, όσον πιο πολύ αποκήρυσσε την «Πασοκίλα» τόσο πιο απενοχοποιημένη κυκλοφορούσε στα σαλόνια, στα καλά ρεστοράν, στις... επιδοτήσεις, στα... προγράμματα και εις όλα όσα εν γένει διαθέτει το κράτος στο Πρυτανείο του για όσους υπηρετούν στο Πραιτώριό του.

Ο λόγος όλων αυτών των ομάδων, με προνομιακό χώρο τα ΜΜΕ και τα ΑΕΙ, ανεφύη εν πρώτοις ως αντίλογος στον στείρο δεξιό σχολαστικισμό της αντιδραστικής δεξιάς που έως τότε, πριν από 30 χρόνια, κυριαρχούσε στην ελληνική κοινωνία και την αποβλάκωνε (για να την κρατάει σούζα).

Ως εκ τούτου, η αμφισβήτηση του δεξιου-ακρο-δεξιού στερεοτύπου περί πατριδογνωσίας είχε στην αρχή την έξωθεν καλή μαρτυρία των σκεπτόμενων πολιτών όσον και την επιδοκιμασία πολλών καλών ανθρώπων.

Σύντομα όμως αυτό το ρεύμα κριτικής στον νεοέλληνα έπαψε να εκδηλώνεται από αγάπη κι άρχισε να χειραγωγείται από τη μισανθρωπία ομάδων που ανακάλυψαν την επωφελή για τους ίδιους πλευρά του πράγματος.

Ενας νέος πολιτικός πολιτισμός γεννιόταν (τύπου ΜΚΟ κι Ανεξάρτητων Αρχών) του οποίου τα ελέη ήταν πλούσια για όσους ήθελαν να ενδώσουν εκφυλίζοντας λιγάκι τα κίνητρα της κριτικής τους, από την αγωνία για την τύχη του λαού, στο όφελος για το δικό τους ευ ζην – είτε λαϊφοστυλάδικο, είτε κομιλφώ στο πλαίσιο της σέχτας τους.

Κι έτσι σιγά-σιγά στην αρχή, αγρίως στη συνέχεια κι ύστερα σε επίπεδο ιδεολογικής τρομοκρατίας διαρκώς ο λαός άρχισε να δικάζεται καθημερινώς για... λαϊκισμό.

Το ζήτημα της αυτογνωσίας αντικαταστάθηκε με τον αυτοπροσδιορισμό.

Η ηθική εστάλη στην πυρά ως ηθικολογία.

Ο πολιτισμός (που είναι μια διαρκής ώσμωση των πολιτισμών) εξοστρακίσθηκε στην εξορία, εκτός κι αν υπέγραφε δήλωση πολιτισμικών φρονημάτων ότι είναι πολυπολιτισμός.

Η αλήθεια εξουθενώθηκε από τον μεταμοντερνισμό, όπου η «αλήθεια του άλλου» φερ’ ειπείν μπορούσε να υπερέχει της απόδειξής της.

Ο κυνισμός αποθεώθηκε ως ειλικρίνεια.

Η πολιτική ορθότης κατίσχυσε της λογικής.

Στα σχολεία η ιστορία αποδομήθηκε, ενώ ό,τι σχετιζόταν με τα ελληνικά γράμματα (δηλαδή τα ανθρωπιστικά) λοιδορήθηκε. Οι ποιητές μας αποκαθηλώθηκαν ενώ ελάχιστοι απ’ τους νεότερους λογοτέχνες μας, της τρέχουσας γενιάς, μπόρεσαν να επικοινωνήσουν με τον λαό, χωρίς να πάρουν το χρίσμα από παρέες και κλίκες κανθάρων που λυμαίνονται σήμερα τους χώρους των τεχνών.

Ολα αυτά κι άλλα τόσα τέτοια σφόδρα βόλεψαν την εγκαθίδρυση στην Ελλάδα της Νεοταξίτικης ιδεολογίας. Την οποίαν μάλιστα πολλοί απ’ τον «χοντρό λαό» εξελάμβαναν και ως αριστερή.

Οι Ελληνες έχασαν τους μπροστάρηδες κι απέκτησαν μπροστοκρίαρα. Πιστά, βεβαίως, σε άλλους τσοπάνηδες και τσελιγκάδες.

Αυτά τα μπροστοκρίαρα,

είτε ζαγάρια αμόρφωτα είτε μη μου άπτου κομπλεξικές ψυχές,

άνοιξαν τον δρόμο για να περάσουν τα τανκς στη Γιουκοσλαβία και τα επιτόκια στην Ελλάδα, γέμισαν τις τσέπες τους -πολλοί απ’ αυτούς- με χρυσίον για να περάσει το σχέδιο Ανάν, και κατασυκοφάντησαν κάθε Ελληνα που είχε έγνοια για το αυτεξούσιον της χώρας και τον τρόπο του συνανήκειν - τρόπον εκ των πραγμάτων ταξικό.

Με έναν λόγο, όσοι πολίτες κι όσοι πολιτικοί όλα αυτά τα χρόνια λάβαιναν μέριμνα είτε για την πατρίδα είτε για την τάξη τους, στιγματίζονταν ως απολιθώματα, φαιοκόκκινοι, εθνικοπαράφρονες, ελληνοκεντρικοί και ψυχωσικοί.

Λέξεις εξέπιπταν ( αίφνης ο πατριώτης σήμαινε εθνικιστής), έννοιες βιάζονταν και ευφημισμοί κυριαρχούσαν: ευέλικτη εργασία, ανθρωπιστικοί βομβαρδισμοί και δεν συμμαζεύεται...

Αλλά, αν όλα αυτά συνέβαιναν τριάντα χρόνια τώρα - εξακολουθούν τα ίδια να συμβαίνουν

οι ίδιοι να τα υπηρετούν

να τα πασάρουν και να τα πλασάρουν.

Τα ίδια πρόσωπα.

Με τα ίδια αφεντικά.

Ομως ο τόπος μας είναι μικρός κι αυτοί που τον θέλουν μικρότερο, διακρίνονται πλέον διά γυμνού οφθαλμού - βγάζουν μάτι.

Ηδη ζουν δακτυλοδεικτούμενοι, «ουδείς πολίτης δύναται να ευτυχεί, όταν η πόλις δυστυχεί», έλεγαν οι αρχαίοι, εννοώντας ότι και ο ευτυχής (ιδιώτης) εν τέλει θα δυστυχήσει εφ’ όσον δυστυχεί η πατρίδα του.

Σε μιαν ακόμα διαστροφή αυτής της αλήθειας, κάποιοι τωόντι δυστυχείς, νομίζουν ότι μπορούν να συνεχίζουν ευτυχείς μέσα στη δυστυχία γύρω τους, ότι η δυστυχία της πόλης δεν θα αγγίξει τη δική τους «ευτυχία», ακόμα κι αν αυτή φέρει πλέον και αίμα στα χέρια της...

Υπνον βαθύν κοιμούνται.

Κι όχι τον ύπνον του δικαίου...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου